αντίκειται


αντίκειται
αντίκειται - αντίκεινται (μόνο στο γ' πρόσ.)
——————
Σημειώσεις:
αντίκειται : η μτχ. χρησιμοποιείται κυρίως ως ουσιαστικό (το αντικείμενο).

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἀντικεῖται — ἀντί κέω to lie down pres ind mp 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντίκειται — ἀντίκειμαι to be set over against pres ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συμπεριφορά — η, ΝΑ [συμπεριφέρὦ, ομαι] νεοελλ. 1. ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρεται κανείς, διαγωγή 2. (βιολ. ανθρωπολ.) κάθε παρατηρήσιμη ενέργεια ή απόκριση ενός οργανισμού, μιας ομάδας ή ενός ολόκληρου είδους στους παράγοντες τού περιβάλλοντος 3. φρ. α) …   Dictionary of Greek

  • COLIACI — in Prasia gente et totius Indiae intra Gangem maxime Mericdionales, Graece hinc Νοτιώτατοι dicti Straboni, promontorio Coliaco, circum quod habitabant, nomen dedêre. Disterminabat autem hoc promontor. duos sinus, Colchicum et Argolicum, et… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • SCEPTICI — Graece Σκεπτικοὶ Philosophi iidem cum Pyrrhoniis fuêre. Ita enim a. Gellius l. 11. c. 5. Quos Pyrrhonios Philosophos vocamus, ii Graecô cognomine Σκεπτικοὶ appellantur. Id ferme significat, quasi Quaesitores et Consideratores. Nihil enim decernum …   Hofmann J. Lexicon universale

  • άτομο — Στοιχείο της φύσης που η επισήμανσή του σχετίζεται με την ιδέα του αδιαίρετου της ύλης. Ά. είναι το μικρότερο μέρος ενός στοιχείου, το οποίο διατηρεί τις ιδιότητές του και μένει αμετάβλητο στις συνήθεις χημικές αντιδράσεις. Ετυμολογικά ο όρος ά.… …   Dictionary of Greek

  • αδίκημα — Πράξη ή παράλειψη αντίθετη με τους νομικούς κανόνες, που έχει ως αποτέλεσμα τη βλάβη ή την προσβολή ενός δημόσιου ή ιδιωτικού αγαθού (ζωή, τιμή, περιουσία κλπ. ατόμων, ακεραιότητα, παραβίαση μυστικών κλπ. της χώρας, ασφάλεια του κρατούντος… …   Dictionary of Greek

  • αιτιοκρατία — η φιλοσοφική θεωρία κατά την οποία τα πάντα στον κόσμο συμβαίνουν σύμφωνα με μια αιτιώδη αλληλουχία σε κάθε αιτία επακολουθεί το αποτέλεσμα αναγκαστικά. Αυστηρή μορφή τής αιτιοκρατίας είναι η «μηχανοκρατία», η οποία αντίκειται στην «τελολογία»… …   Dictionary of Greek

  • ακατάλληλος — η, ο (Α ἀκατάλληλος, ον) αυτός που δεν προσαρμόζεται σε κάτι, δεν ταιριάζει με κάτι, ο ασύμφωνος ή ο άκαιρος, ο άτοπος «ακατάλληλη ώρα», «ακατάλληλος υπάλληλος», «ακατάλληλη ταινία» ή «έργο» ταινία ή έργο που δεν πρέπει να παρουσιαστεί ή να… …   Dictionary of Greek

  • ηθικοπροσκόπτης — ἠθικοπροσκόπτης, ὁ (Μ) στον πληθ. οἱ ἠθικοπροσκόπται (όνομα που αποδίδεται στους οπαδούς μιας αίρεσης) αυτοί που προσκόπτουν, που προσκρούουν στην αρετή, που κάνουν κάτι το οποίο αντίκειται στην αρετή. [ΕΤΥΜΟΛ. < ηθική + προσκόπτω «προσκρούω,… …   Dictionary of Greek